Αυτή ήταν 14 χρονών. Αυτός ήταν 14 χρονών.
Και εποίησεν ο Κύριος
γη και ουρανό και μέρα και νύχτα.
Αυτός ζούσε στην πόλη Π. Αυτή ζούσε στην πόλη Π.
Και εποίησεν ο Κύριος
νερό και φωτιά και αέρα και σύννεφα.
Αυτή γούσταρε ν’ ακούει ροκ μουσική και Παύλο Σιδηρόπουλο. Αυτός γούσταρε ν’ ακούει
ροκ μουσική και Παύλο Σιδηρόπουλο.
Και εποίησεν ο Κύριος
φυτά και ψάρια και ζώα και ανθρώπους,
Αυτός ήθελε να πηγαίνουν βόλτα να κάθονται στο παγκάκι και
να της κρατάει το χέρι σφιχτά και να της λέει ότι ο κόσμος όλος να γυρνούσε ανάποδα
τίποτα δε θα τους χώριζε. Αυτή ήθελε να πηγαίνουν βόλτα να κάθονται στο παγκάκι
και να του κρατάει το χέρι σφιχτά και να του λέει ότι ο κόσμος όλος να γυρνούσε
ανάποδα τίποτα δε θα τους χώριζε.
Και εποίησεν ο Κύριος
τα έθνη.
Αυτή ήταν ελληνίδα. Αυτός ήταν αλβανός.
Για την ακρίβεια, αυτή ήταν ελληνίδα κι αυτός ήταν πολύ αλβανός. Γιατί το ‘’αλβανός’’ δεν είναι
έννοια ποιοτική, αλλά ποσοτική. Είχε πολύ
μεγάλο μεγάλο κούτελο, πολύ ξένη
καταγωγή, πολύ σπαστή προφορά, πολύ άδεια τσέπη, πολλά οικογενειακά προβλήματα, και καμιά φορά τσίμπαγε και πολλές σοκολάτες απ’ το περίπτερο, για
να τις φάνε μαζί όταν πήγαιναν βόλτα και κράταγαν το χέρι ο ένας του άλλου
σφιχτά και λέγανε πως ο κόσμος όλος να γύρναγε ανάποδα τίποτα δε θα τους χώριζε.
Ήταν πολύ. Ήταν αλβανός. Άμα είσαι
πολύ από-αυτό-που-δεν-πρέπει-να είσαι, είσαι αλβανός.
Και είπεν ο Κύριος: όποιος
είναι στον περιούσιο λαό έχει μια θέση στη βασιλεία μου.
Αυτή ήταν ελληνίδα. Μπορούσε να τελειώσει το σχολείο, μπορούσε
να πάει διακοπές μετά, να χορέψει να νιώσει άνθρωπος, να ζήσει ρε γαμώτο.
Και είπεν ο Κύριος: τα
απωλολότα πρόβατα έχουν μια θέση στη βασιλεία μου, αρκεί να γίνουν πρόβατα όπως
όλα τ’ άλλα. Τα απωλολότα πρόβατα που παραμένουν απωλολότα πρόβατα να πάνε να
γαμηθούνε.
Αυτός ήταν αλβανός. Δε μπορούσε να τελειώσει το σχολείο, δε μπορούσε
να πάει μετά διακοπές να χορέψει να νιώσει άνθρωπος, μα μπορούσε να βρει μια
σκατοδουλειά στα 14 σ’ ένα κωλοσυνεργείο, και μπορούσε ν’ ανέχεται τ’ αφεντικό
του να κάθεται να τον βρίζει, μέχρι που δε μπορούσε άλλο και του κάρφωσε το
τρυπάνι στον κώλο και γέμισε ο τόπος σκατά και αίματα και το αφεντικό του ‘πε «μη,
σε παρακαλώ, σταμάτα» κι αυτός δε σταμάταγε και του καρφώσε το τρυπάνι στην
καρδιά και τον έδωσε ο συνάδελφος (μη χέσω) στους μπάτσους κι οι μπάτσοι τον
βασάνισαν και τον βασάνισαν μέχρι που πέθανε κι ο αλβανός.
Και είπεν ο Κύριος:
μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι. Γιατί οι πτωχοί τω πνεύματι δεν καταλαβαίνουν
τι στον πούτσο γίνεται και κάθονται και τον τρώνε μια ζωή.
Αλλά αυτή δεν ήταν πτωχή τω πνεύματι. Γιατί ότι κι αν είπε αυτός
ο καριόλης ο Κύριος, ήξερε πως ήταν σαν κι αυτόν, σαν τον αλβανό. Γιατί αυτά που
τους ένωναν ήταν πολύ παραπάνω απ’ αυτά
που τους χώριζαν. Και πήγε σπίτι της συμμαθήτριας της που ήθελε να περάσει
αστυνομία και παραβίασε την πόρτα και την έλουσε βενζίνη και βροντοφώναξε «ΕΚΔΙΚΗΣΗ!»
και άναψε ένα σπίρτο και το πέταξε πάνω της κι αυτή κάηκε και φούνταρε απ’ το
παράθυρο κι ο ιατροδικαστής ακόμα ψάχνει να βρει αν ψόφησε επειδή φούνταρε ή
επειδή φούντωσε.
Αλλά μετά κάηκε κι αυτή, κι ας ήταν ελληνίδα, κι ας ήταν 14,
κι ας της άρεσε να κάθεται στο παγκάκι, κι ας ήταν ερωτευμένη.
Και τον βρήκε.
Και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν.
Κι ο θάνατος δεν έχει
πια εξουσία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου