«Γεια σας.» Γλοιώδες χαμόγελο. Ντρεπόμαστε για τον εαυτό
μας. «Ψάχνετε κάποιον για δουλειά;» - γλοιώδες χαμόγελο. Ο Φάουστ πούλησε την
ψυχή του στο διάολο. Εμείς τη χαρίζουμε απλόχερα στα αφεντικά. Αυτό λέγεται
πτώση. Κι ύστερα, η πουριτανική ηθική των μικροαστών απεχθάνεται τις πουτάνες,
που πουλάνε το σώμα τους. Μα εδώ τα πάντα πουλιούνται. Εδώ τα πάντα χαρίζονται.
Χαρίζονται με το ζόρι. Χαρίζονται βίαια. Δώρο-άδωρο.
Όχι δυστυχώς, μου απάντησες; Τι πάει να πει όχι; Τι πάει να
πει δυστυχώς; Ονειρεύομαι οχιές να περικυκλώνουν στο κρεβάτι σας ενώ ξυπνάτε
κατά τη διάρκεια ενός εφιάλτη, ενώ ξυπνάτε ασφυκτιώντας, πνιγόμενοι σε μια
πισίνα γεμάτη νομίσματα και χαρτονομίσματα. Η δυστυχία, από την άλλη, παραπέμπει την όλη φάση στον παράγοντα τύχη.
Μα εδώ δε μιλάμε για τύχη. Εδώ μιλάμε για επιλογές. Εδώ μιλάμε για επιλογές της
τάξης σας. Εδώ μιλαμε για την επιλογή να βρίσκεστε σε αυτήν την τάξη. Εμείς, οι
«δυστυχείς», θα έπρεπε να μιλήσουμε για τα λάθη της δικιάς μας τάξης, αλλά αυτό
είναι δικό μας ζήτημα. Εμείς, θέλω να μιλήσουμε για την εκδίκηση της δικιάς μας
τάξης. Θέλω να μιλήσω, σε εσένα αφεντικό, για την εκδίκηση της δικιάς μας
τάξης.
Σας αναφέρω πως ψάχνετε κάποιον για δουλειά. Δε με νοιάζει τι λέτε. Δε με νοιάζει αν δε βγαίνει το
τζακούζι του μήνα. Δε με ενδιαφέρει τι σας είπε ο λογιστής σας. Δε με νοιάζει
αν λιμοκτονείτε, έτσι κι αλλιώς αυτό είναι ψέμα, κι εγώ εδώ θέλω να πούμε
αλήθειες. Τις δικιές σας τις αλήθειες τις ακούω καθημερινά, κάθε ώρα, κάθε
στιγμή. Τις δικιές σας τις αλήθειες τις ακούω στα σχολεία, στα πανεπιστήμια,
στα καφενεία, στα μπαρ. Έχετε και μεγάφωνο, τα δελτία των ειδήσεων. Έχετε και
μυστικούς κώδικες, τις πορτοκαλί σελίδες των εφημερίδων. Έχετε και όπλο
μεγαλύτερο κι από βόμβα ναπάλμ. Το μεγάλο σας όπλο είναι πως όλοι πιστεύουμε
ότι η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων ήταν έτσι, είναι έτσι, θα είναι έτσι. Μας το
είπατε, μας το λέτε, θα μας το λέτε. Εμείς δεν τα έχουμε όλα αυτά. Αλλά, ρε
καριόληδες, έχουμε φωνή. Έχουμε στόμα. Και θα πούμε τις δικιές μας αλήθειες.
Ακούστε τες απ’ το δικό μου στόμα. Ώρα για τις δικές μας αλήθειες.
Εγώ, απ’ την πλευρά μου, αφεντικό, είμαι σίγουρος ότι ψάχνετε κάποιον για δουλειά. Γιατί, πέρα, από φωνή, έχουμε χέρια. Πέρα, από χέρια, έχουμε
μυαλό. Και πέρα και πάνω απ’ όλα αυτά έχουμε καρδιά. Επιτρέψτε μου να σας διηγηθώ
μια ιστορία.
Μια νύχτα,
μεθυσμένος, τρεκλίζοντας σε μιαν άδεια πλατεία, παρέα με δυο γάτες και ένα
μπουκάλι φθηνό κρασί, συνάντησα την Ιστορία. Την είδα καθισμένη στον ψηλό της
θρόνο, να κάθεται πάνω από το θρόνο του θεού και το θρόνο της οικονομίας, και
να τους φτύνει στις καράφλες τους, τραγουδώντας γηπεδικά συνθήματα. Αφού
ολοκλήρωσε αυτό το έργο, μου έδωσε κι εμένα σημασία. Κατέβηκε από το θρόνο. Με
πλησίασε, κι είδα το Ντουρούτι, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, το Σπάρτακο, τον
Ηράκλειτο και το Διογένη να κάθονται στους ώμους τους, σαν τα κόκκινα
διαβολάκια που βλέπουμε στα μίκυ μάους. Στις πλάτες της, κρεμιόντουσαν όλες οι
καταπίεσμενες τάξεις του παρελθόντος, ικετεύοντας για λύτρωση. Και στο μάρσιπο,
ήταν τα παιδιά μας, τα παιδιά του μέλλοντος. Μου έκλεισε το μάτι. Με χαιρέτησε
φιλικά. Πήρε το μπουκάλι κρασί απ’ το χέρι μου, το άγιασε, και μ’ αυτό ράντισε
τα χέρια και τα πόδια μου. Με κοπάνησε μ’ ένα ραντισμένο ξυλαράκι στο κεφάλι. Κι
ύστερα, μου ξερίζωσε την καρδιά, τη φίλησε, και την τοποθέτησε ευλαβικά πίσω
στη θέση της. Κοντοστάθηκε, με κοίταξε μελαγχολικά και γύρισε στο θρόνο της. Με
διέταξε να αποχωρήσω. Δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό να αντισταθώ. Φεύγοντας, κατάφερα
να την κοιτάξω. Ήταν βουρκωμένη. Οι επαναστάτες του παρελθόντος, οι καταπιεσμένες
τάξεις του παρελθόντος, τα παιδιά του μέλλοντος τραγουδούσαν έναν ουράνιο ύμνο,
που όμοιο του δεν άκουσα και δε θ’ ακούσω ποτέ ξανά. Έτρεξα μακριά τρομαγμένος.
Αυτή είναι η ιστορία μου. Αυτή είναι η διαθήκη της Ιστορίας.
Θέλω να σου πω, αφεντικό, πως τα χέρια μας, τα πόδια μας, το μυαλό μας και η
καρδιά μας είναι ευλογημένα από την Ιστορία. Δε σου λέω αυτό που ίσως σου είπαν
οι φίλοι σου από το Κόμμα όταν ήσουν νέος, όταν περνούσες κι εσύ, όπως τόσοι άλλοι,
την περίοδο του μετεφηβικού γλυκανάλατου ριζοσπαστισμού, πως τάχα είναι γραφτό
τα λαϊκά στρώματα να φέρουν το σοσιαλισμό.
Σου λέω, ρε καριόλη, πως μέχρι να σε πετάξουμε στον κοντινότερο σκουπιδοντενεκέ,
εσύ θα έχεις ανάγκη, τα χέρια μας, τα πόδια μας, το μυαλό μας. Κι όλα αυτά, μαζί με την καρδιά μας, θα τα έχει
ανάγκη ο κόσμος όλος. ΨΑΧΝΕΙΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΡΕ ΞΕΚΩΛΙΑΡΗ! ΨΑΧΝΕΙΣ ΛΕΜΕ!
ΟΣΕΣ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ, ΟΣΕΣ ΨΥΧΡΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ ΚΙ ΑΝ ΜΑΣ ΦΕΡΕΙΣ, ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΑ
ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΟΥ ΤΟΥ ΓΛΕΙΦΕΙΣ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΜΕ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ, ΨΑΧΝΕΤΕ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ!ΤΟ ΒΛΕΠΕΙΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΡΕ ΚΑΡΙΟΛΗ; ΤΟ ΒΛΕΠΕΙΣ ΑΥΤΟ ΤΟ
ΥΠΕΡΟΧΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΠΟΥ ΜΟΥ ΨΙΘΥΡΙΖΕΙ ΠΩΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΚΑΡΦΩΘΕΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΟΥ; ΕΝΑΣ ΑΠΟ
ΜΑΣ ΤΟ ΦΤΙΑΞΕ! ΟΛΑ ΕΜΕΙΣ ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ! ΚΙ ΑΜΑ ΓΟΥΣΤΑΡΟΥΜΕ, ΤΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΟΛΑ ΚΑΙ
ΣΗΚΩΝΟΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΦΕΥΓΟΥΜΕ! ΕΕΕΕ;
…
Συγγνώμη, αφεντικό, είναι βλέπεις που δεν έχω πάρει τα χάπια
μου. Βλέπω κάλεσες την αστυνομία. Βλέπω επίσης πως έχεις ένα τσεκούρι καρφωμένο
στο κεφάλι σου. Συγγνώμη, αφεντικό, να ξέρεις πως δεν το ήθελα αυτό, να ξέρεις
πως όταν ήμουν πιτσιρικάς μ’ άρεσε να μαζεύω λουλούδια κι απεχθανόμουνα τη βία και τ' άλλα τα παιδάκια με λέγαν κοριτσάκι και με χτύπαγαν.
Είναι μόνο που δεν έχω πάρει τα χάπια μου. Είναι που η τσέπη μου είναι τόσο άδεια
που δε μπορούσα να πάρω τα χάπια μου. Συγγνώμη, αφεντικό, δεν ήθελα να εξελιχθεί
έτσι. Μπορούσες απλά να με είχες προσλάβει. Όλοι θα ήμασταν ευτυχισμένοι τώρα.
Αφεντικό, αν κρίνω από την αιμορραγία σου, βλέπω πως έχεις ένα λεπτό ζωής. Αν κρίνω
από τις σειρήνες που τις ακούω να πλησιάζουν, βλέπω πως έχω λίγο παραπάνω. Θα ήθελα
να σου πω κάτι τελευταίο, λοιπόν, κάτι για αντίο.
Η Ιστορία μου είπε και κάτι ακόμα. Πως ακόμα κι αν η αχαριστία
σου δεν εκτιμήσει τα χέρια μας, τα πόδια μας, το μυαλό μας και την καρδιά μας, την εργασία μας, υπάρχει κι άλλη λύση. Μπορούμε,
μου ΄πε, να μαζευτούμε καμπόσοι σαν και μένα, κι όλα αυτήν τη συλλογική μας εργασία
να την παντρέψουμε και να φτιάξουμε έναν κόσμο μες στον κόσμο σου, μια όαση,
που δε θα ‘ναι όαση όπως τις ξέρουμε, απ’ αυτές που εγκλωβίζόμαστε και χαίρόμαστε
το υπέροχο τίποτα του διευρυμένου Εγώ μας, αλλά, πρωτότυπη και μοναδική σαν τον
επικείμενο θάνατο μας, οάση που θ’ απλώνεται και θ’ απλώνεται και θ’ απλώνεται
και θ’ απλώνεται μέχρι που θα καταπιεί όλην την έρημο σου. Νομίζω πως η Ιστορία
έχει δίκιο. Νομίζω πως Κατάληψη λέγεται αυτή η όαση, και Καπιταλισμός αυτή η έρημος.
Αυτό το τελευταίο που σου ‘πα δε μου το ‘πε η Ιστορία. Το σκέφτηκα μόνος μου. Η
Ιστορία δεν τα λέει όλα, κι εκεί βρίσκεται η μαγεία της. Η μαγεία του κόσμου. Η
μαγεία μας.
Αφεντικό, βλέπω πως πέθανες. Θα σου δώσω ένα φιλί γιατί ήσουν
άνθρωπος, και μια ροχάλα γιατί ήσουν τέτοιος
άνθρωπος.
Μουτς. Φτου.
Βήματα προς την έξοδο.
Νύχτα. Ένα γερό σνιφάρισμα οξυγόνου. Μπλε φώτα ν’ αναβοσβήνουν.
«Πέσε κάτω ρε πούστη!». Κρότος. Σκοτάδι.
με σεβασμό στο paranoiriko
με σεβασμό στο paranoiriko
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου